Εκπομπή Γιώργου Γεωργίου προχθές το βράδυ. Παίρνει αγανακτισμένος φίλαθλος και αρχίζει να του τα χώνει επειδή έχει αναλάβει το ρόλο του κριτή των πάντων και «ποιος είσαι εσύ που νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα;» Τα γνωστά. Στο τέλος ο ακροατής ρίχνει και το coup de grace: “Στο κάτω κάτω εσύ ούτε καν έχεις σπουδάσει το αντικείμενό σου.»
Οι πιστοί φίλοι του «Καφενείου των Φιλάθλων» ξέρουν πως πρόκειται για κορυφαίο φυτώριο συνωμοσιολογίας και σταθιάς: «Γιωργάρα, είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που χάνει η Βαλένσια στο Μεστάγια φέρνει ισοπαλία και ο Απόλλωνας στη Ριζούπολη;» Ο εν λόγω ακροατής, (δε συγκράτησα τα στοιχεία του, θυμάμαι μόνο ότι δήλωσε Ολυμπιακός) πάντως, αποκάλυψε ένα χαρακτηριστικό νεοελληνικό φετίχ, αυτό της ανώτερης μόρφωσης.
Δεν αναφέρομαι μόνο στα υψηλά ποσοστά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στη σημασία που δίνει η ελληνική οικογένεια στην ακαδημαϊκή επιτυχία των νεαρών μελών της και στην τεράστια εξαγωγή φοιτητών σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν είναι παράλογο το πόσο αγαπούν τη γνώση οι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. (Πάρτε την πρόταση αυτή με όση δόση ειρωνείας θέλετε).
Περισσότερο ενδιαφέρουσα βρίσκω αυτή την ιδέα πως η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της (από το ποδόσφαιρο μέχρι τη δημόσια διοίκηση) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης και έρευνας. Και πως ο ρόλος του πανεπιστημίου είναι να μεταδώσει τους καρπούς αυτής της γνώσης στους φοιτητές του. «Έχω σπουδάσει», στην Ελλάδα σημαίνει «έχω μάθει, ακριβώς, πώς πρέπει να γίνονται ορισμένα πράγματα».
Αυτό που θέλω να πω γίνεται καλύτερα αντιληπτό αν αντιπαραβάλουμε την αγγλοσαξωνική αντίληψη της ανώτερης παιδείας. Στην Αγγλία και την Αμερική κανείς δεν πάει στα πανεπιστήμια για να πάρει συγκεκριμένες πληροφορίες ή δεξιότητες. Πηγαίνει, κυρίως, για να καλύψει τρία ή τέσσερα χρόνια μέχρι να μπει στην αγορά εργασίας.
Φανταστείτε ένα καλοκαίρι να τέλειωνες το σχολείο και τον ίδιο Σεπτέμβριο να έπιανες δουλειά ως αναλυτής μετοχών στη (συγχωρεμένη) Lehman Brothers. Το θέμα δεν είναι, όπως νομίζουμε στην Ελλάδα, ότι απαιτείται ενδιάμεσα να πας στο πανεπιστήμιο, για να μάθεις πώς να αναλύεις μετοχές. Είναι πολύ πιο πρακτικό:
Είσαι 18 χρονών. Μόλις έχεις τελειώσει 12 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (σχολείο). Σε περιμένουν άλλα 35 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (δουλειά). Αντί να το πας σερί 47 χρόνια σκλαβιά και φυλακή η κοινωνία σου δίνει, μέσα από το πανεπιστήμιο, το δικαίωμα για ένα διάλειμμα με σεξ/ναρκωτικά/ροκ αντ ρολ (ή ζάπινγκ/ηλεκτρονικά/καφέ-τσιγάρο, το ίδιο είναι). Αυτό το διάλειμμα θα σε βοηθήσει να ξεσαλώσεις πριν περάσεις στο επόμενο και πιο μακροχρόνιο στάδιο καταναγκασμού που σε περιμένει. Ουσιαστικά είναι ένα δώρο που κάνει το σύστημα στα πλουσιότερα και ικανότερα μέλη του.
Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούν από το ένα στάδιο στο άλλο χωρίς το μπόνους του μπρέηκ και τα καταφέρνουν εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, με αυτούς που έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Το μειονέκτημα του Μπιλ Γκέητς δεν είναι ότι έχασε το υπερμάθημα «Πώς να ξεκινήσετε την επιχείρησή σας» από το νομπελίστα-καθηγητή τάδε στο Χάρβαρντ. Αν έχει κάποιο πρόβλημα αυτό είναι ότι ποτέ δεν ένοιωσε την κωλοβάρα του κυριακάτικου ξυπνήματος ανάμεσα σε μια στίβα άπλυτα ρούχα: να έχεις πιει τα πόδια σου, στα 19 δεν καταλαβαίνεις από hangover και τέτοια, και το μόνο ερώτημα που να σε απασχολεί είναι αν θα πας στο McDonald’s ή στο Burger King για πρωινό. Αν αρχίσεις να δουλεύεις αμέσως μετά το σχολείο πότε θα σου δωθεί η ευκαιρία να παίξεις μπάσκετ με κέρματα στον κουβά του κήπου;
Αυτή η στρεβλή εικόνα του ρόλου του πανεπιστημίου στην Ελλάδα αντικατοπτρίζεται και στους Έλληνες ακαδημαϊκούς. Ο καθηγητής πανεπιστημίου, στο δυτικό κόσμο, είναι ιερή μορφή, ο τρελός του χωριού. Ζει απομονωμένος με τα βιβλία του γιατί, παρά την ευφυία του, δεν την πολυπαλεύει την καθημερινότητα. Ξεχνάει να πλυθεί, να ξυριστεί, να φορέσει ασορτί κάλτσες. Αλλά αρχίζει να σου μιλάει για το πώς πολλές από τις ιδέες του Tractatus του Wittgenstein απαντούν στους προσωκρατικούς (έχει ανοιχτά μπροστά του τα αντίστοιχα βιβλία, στο πρωτότυπο σε ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά) και, παρότι είσαι πεπεισμένος πως το άτομο είναι βαθειά χωμένο στην ντρόγκα, ξαφνικά ανακαλύπτεις τη γοητεία μιας ζωής σπαταλημένης στο κυνήγι της άχρηστης γνώσης. Συγκρίνετε τώρα με τον αντίστοιχο μάγκα, άκου-με-εμένα-που-ξέρω Έλληνα που εκτός από καθηγητής είναι και σύμβουλος σε επιχειρήσεις, έχει βλέψεις για πολιτική καριέρα και μπορεί να είναι και πρόεδρος σε καμιά ομάδα Β’ Εθνικής.
Ο Γιώργος Γεωργίου, αφού απάντησε (το αυτονόητο;) πως δεν υπάρχει πανεπιστήμιο που να διδάσκει μπάλα, αναγκάστηκε να ομολογήσει πως έχει τελειώσει κοινωνιολογία στο Πάντειο. Φαντάζομαι το curriculum εκεί δεν περιελάμβανε το 4-3-3 και το τεχνητό οφσάιντ. Όπως είμαι βέβαιος ότι ο Γιώργος Μητσικώστας δεν έμαθε στην ΑΣΟΕ πώς να μιμείται (το Γεωργίου, μεταξύ άλλων), ότι ο Μικ Τζάγκερ δε διδάχτηκε ροκ ακόρντα στο LSE και πως ο Μr Bean θα είχε γίνει καραγκιόζης και χωρίς να πάει στην Οξφόρδη (αν και πολλοί θα υποστήριζαν πως ο Rowan Atkinson δεν θα είχε γίνει ποτέ Εdmund Blackadder).
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πάντως, ο Μπιλ Γκέητς, στον ενάμιση χρόνο που σπούδασε, μάλλον θα πήρε μια καλή ιδέα για το τι σημαίνει φοιτητική ζωή. Ίσως, εν τέλει, η μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του να είναι μια αέναη προσπάθεια να ξεπεράσει τα τραύματα από τις εξευτελιστικές ήττες στο μπασκετάκι με κέρματα στον κουβά του κήπου.
Οι πιστοί φίλοι του «Καφενείου των Φιλάθλων» ξέρουν πως πρόκειται για κορυφαίο φυτώριο συνωμοσιολογίας και σταθιάς: «Γιωργάρα, είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που χάνει η Βαλένσια στο Μεστάγια φέρνει ισοπαλία και ο Απόλλωνας στη Ριζούπολη;» Ο εν λόγω ακροατής, (δε συγκράτησα τα στοιχεία του, θυμάμαι μόνο ότι δήλωσε Ολυμπιακός) πάντως, αποκάλυψε ένα χαρακτηριστικό νεοελληνικό φετίχ, αυτό της ανώτερης μόρφωσης.
Δεν αναφέρομαι μόνο στα υψηλά ποσοστά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στη σημασία που δίνει η ελληνική οικογένεια στην ακαδημαϊκή επιτυχία των νεαρών μελών της και στην τεράστια εξαγωγή φοιτητών σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν είναι παράλογο το πόσο αγαπούν τη γνώση οι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. (Πάρτε την πρόταση αυτή με όση δόση ειρωνείας θέλετε).
Περισσότερο ενδιαφέρουσα βρίσκω αυτή την ιδέα πως η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της (από το ποδόσφαιρο μέχρι τη δημόσια διοίκηση) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης και έρευνας. Και πως ο ρόλος του πανεπιστημίου είναι να μεταδώσει τους καρπούς αυτής της γνώσης στους φοιτητές του. «Έχω σπουδάσει», στην Ελλάδα σημαίνει «έχω μάθει, ακριβώς, πώς πρέπει να γίνονται ορισμένα πράγματα».
Αυτό που θέλω να πω γίνεται καλύτερα αντιληπτό αν αντιπαραβάλουμε την αγγλοσαξωνική αντίληψη της ανώτερης παιδείας. Στην Αγγλία και την Αμερική κανείς δεν πάει στα πανεπιστήμια για να πάρει συγκεκριμένες πληροφορίες ή δεξιότητες. Πηγαίνει, κυρίως, για να καλύψει τρία ή τέσσερα χρόνια μέχρι να μπει στην αγορά εργασίας.
Φανταστείτε ένα καλοκαίρι να τέλειωνες το σχολείο και τον ίδιο Σεπτέμβριο να έπιανες δουλειά ως αναλυτής μετοχών στη (συγχωρεμένη) Lehman Brothers. Το θέμα δεν είναι, όπως νομίζουμε στην Ελλάδα, ότι απαιτείται ενδιάμεσα να πας στο πανεπιστήμιο, για να μάθεις πώς να αναλύεις μετοχές. Είναι πολύ πιο πρακτικό:
Είσαι 18 χρονών. Μόλις έχεις τελειώσει 12 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (σχολείο). Σε περιμένουν άλλα 35 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (δουλειά). Αντί να το πας σερί 47 χρόνια σκλαβιά και φυλακή η κοινωνία σου δίνει, μέσα από το πανεπιστήμιο, το δικαίωμα για ένα διάλειμμα με σεξ/ναρκωτικά/ροκ αντ ρολ (ή ζάπινγκ/ηλεκτρονικά/καφέ-τσιγάρο, το ίδιο είναι). Αυτό το διάλειμμα θα σε βοηθήσει να ξεσαλώσεις πριν περάσεις στο επόμενο και πιο μακροχρόνιο στάδιο καταναγκασμού που σε περιμένει. Ουσιαστικά είναι ένα δώρο που κάνει το σύστημα στα πλουσιότερα και ικανότερα μέλη του.
Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούν από το ένα στάδιο στο άλλο χωρίς το μπόνους του μπρέηκ και τα καταφέρνουν εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, με αυτούς που έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Το μειονέκτημα του Μπιλ Γκέητς δεν είναι ότι έχασε το υπερμάθημα «Πώς να ξεκινήσετε την επιχείρησή σας» από το νομπελίστα-καθηγητή τάδε στο Χάρβαρντ. Αν έχει κάποιο πρόβλημα αυτό είναι ότι ποτέ δεν ένοιωσε την κωλοβάρα του κυριακάτικου ξυπνήματος ανάμεσα σε μια στίβα άπλυτα ρούχα: να έχεις πιει τα πόδια σου, στα 19 δεν καταλαβαίνεις από hangover και τέτοια, και το μόνο ερώτημα που να σε απασχολεί είναι αν θα πας στο McDonald’s ή στο Burger King για πρωινό. Αν αρχίσεις να δουλεύεις αμέσως μετά το σχολείο πότε θα σου δωθεί η ευκαιρία να παίξεις μπάσκετ με κέρματα στον κουβά του κήπου;
Αυτή η στρεβλή εικόνα του ρόλου του πανεπιστημίου στην Ελλάδα αντικατοπτρίζεται και στους Έλληνες ακαδημαϊκούς. Ο καθηγητής πανεπιστημίου, στο δυτικό κόσμο, είναι ιερή μορφή, ο τρελός του χωριού. Ζει απομονωμένος με τα βιβλία του γιατί, παρά την ευφυία του, δεν την πολυπαλεύει την καθημερινότητα. Ξεχνάει να πλυθεί, να ξυριστεί, να φορέσει ασορτί κάλτσες. Αλλά αρχίζει να σου μιλάει για το πώς πολλές από τις ιδέες του Tractatus του Wittgenstein απαντούν στους προσωκρατικούς (έχει ανοιχτά μπροστά του τα αντίστοιχα βιβλία, στο πρωτότυπο σε ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά) και, παρότι είσαι πεπεισμένος πως το άτομο είναι βαθειά χωμένο στην ντρόγκα, ξαφνικά ανακαλύπτεις τη γοητεία μιας ζωής σπαταλημένης στο κυνήγι της άχρηστης γνώσης. Συγκρίνετε τώρα με τον αντίστοιχο μάγκα, άκου-με-εμένα-που-ξέρω Έλληνα που εκτός από καθηγητής είναι και σύμβουλος σε επιχειρήσεις, έχει βλέψεις για πολιτική καριέρα και μπορεί να είναι και πρόεδρος σε καμιά ομάδα Β’ Εθνικής.
Ο Γιώργος Γεωργίου, αφού απάντησε (το αυτονόητο;) πως δεν υπάρχει πανεπιστήμιο που να διδάσκει μπάλα, αναγκάστηκε να ομολογήσει πως έχει τελειώσει κοινωνιολογία στο Πάντειο. Φαντάζομαι το curriculum εκεί δεν περιελάμβανε το 4-3-3 και το τεχνητό οφσάιντ. Όπως είμαι βέβαιος ότι ο Γιώργος Μητσικώστας δεν έμαθε στην ΑΣΟΕ πώς να μιμείται (το Γεωργίου, μεταξύ άλλων), ότι ο Μικ Τζάγκερ δε διδάχτηκε ροκ ακόρντα στο LSE και πως ο Μr Bean θα είχε γίνει καραγκιόζης και χωρίς να πάει στην Οξφόρδη (αν και πολλοί θα υποστήριζαν πως ο Rowan Atkinson δεν θα είχε γίνει ποτέ Εdmund Blackadder).
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πάντως, ο Μπιλ Γκέητς, στον ενάμιση χρόνο που σπούδασε, μάλλον θα πήρε μια καλή ιδέα για το τι σημαίνει φοιτητική ζωή. Ίσως, εν τέλει, η μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του να είναι μια αέναη προσπάθεια να ξεπεράσει τα τραύματα από τις εξευτελιστικές ήττες στο μπασκετάκι με κέρματα στον κουβά του κήπου.
Ξέχασα να βάλω την (καθιερωμένη) παραπομπή σε βιβλίο.
ReplyDeleteHerman Hesse, The Glass Bead Game: Η γνώση για τη γνώση, σε έναν κόσμο (στο μέλλον), όπου οι ακαδημαϊκοί ζουν απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία