Friday, May 15, 2009

Υπάρχει καλύτερο κράτος… και το θέλουμε…

Σε αυτή τη χώρα η μεγαλύτερη κοινοτυπία είναι η κριτική στο κράτος και τη λειτουργία του. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η στάση είναι δικαιολογημένη. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατακριτέας συμπεριφοράς από στελέχη του κρατικού μηχανισμού που βλέπουν τα φώτα της δημοσιότητας..

Βέβαια, στη λογική ότι είδηση είναι μόνο ο άνθρωπος που δάγκωσε το σκύλο, όλοι (ή, αν προτιμάτε, όποιοι) όσοι κάνουν έντιμα και αποτελεσματικά τη δουλειά τους στο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος για τα ΜΜΕ. Δίκαια και σωστά κατά τη γνώμη μου.

Αυτό που είναι άδικο είναι το να φτάνει κανείς στο άλλο άκρο και να υποστηρίζει ότι όποιος έχει οποιαδήποτε σχέση με το δημόσιο είναι διεφθαρμένος τεμπέλης. Εκ προοιμίου και πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια..

Σε αυτή τη χώρα έχουμε μάθει στη θεωρητική κριτική. Καταντάει λίγο μονότονο… Οκ, το κράτος είναι κακό, διεφθαρμένο και ανέντιμο. Δεν λέω κάτι καινούριο.. Εσύ όμως τι θα κάνεις για να αλλάξει αυτή η κατάσταση;

Τι μπορείς να κάνεις; Άπειρα πράγματα.. Από το να στηρίξεις σε μια κουβέντα με φίλους ένα κρατικό θεσμό (π.χ. τα ΚΕΠ ή το Συνήγορο του Πολίτη) ή έναν κρατικό λειτουργό που πήρε μια θετική πρωτοβουλία έως το να επιδιώξεις εσύ ο ίδιος να κάνεις τη μικρή διαφορά σου , σηκώνοντας τα μανίκια και περνώντας από τη θεωρία στην πράξη.

Άπειρες οι παραλλαγές , άπειρες οι ενδιάμεσες καταστάσεις.. Αρκεί να υπάρχει διάθεση και πνευματική υγεία..

Αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι οι κοινωνίες πάνε μπροστά με ανθρώπους που σηκώνουν τα μανίκια και δουλεύουν… και όχι με τους «ειδικούς» της κριτικής του φραπέ.

Thursday, May 7, 2009

Να μιλήσω για ήρωες...

Μετά την παιδική ηλικία, όταν βδομάδα παρά βδομάδα ήθελε να γίνει πυροσβέστης, αστυνόμος, Μπλέηκ, Σούπερμαν και Ρομπέντον Δασόν (sic - η γενική κτητική δεν είναι ό,τι πιο εύκολο για έναν τρίχρονο) ο Κολοσσός δε θυμάται να έχει ήρωες στη ζωή του. Και τώρα που «κάθομαι άνεργος και λογαριάζω», καμιά χούφτα ανθρώπους μπορώ να σκεφτώ, οι οποίοι με το παράδειγμά τους διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου. Ίσως να φταίει ότι είμαι πολύ εγωκεντρικός, ίσως πάλι να είναι η εποχή μας που μικραίνει τα ινδάλματά της, καθώς και αυτά παλαιότερων εποχών: ο Σωκράτης παιδεραστής, ο Αλέξανδρος ιμπεριαλιστής, ο Καραϊσκάκης Αλβανός.

Αν ήμουν λίγο μικρότερος, ή πιο impressionable, που λένε (πώς να το μεταφράσουμε; ευεπηρέαστος βλέπω στο λεξικό, δε μου αρέσει) ο Τζέλικο Ομπράντοβιτς σίγουρα θα ήταν σοβαρός υποψήφιος για μια θέση στο προσωπικό μου πάνθεον. Εκτός από τα προφανή (η Μάντσεστερ κυνηγάει το τέταρτο ευρωπαϊκό της, ενώ η Πανάθα έχει πέντε) μου αρέσει πολύ και σαν τύπος. Αν ανήκα στην κατηγορία των ανθρώπων που θα ήθελαν να είναι σαν κάποιον άλλον, αυτός ο κάποιος άλλος κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο Ζοτς.

Όσοι παρακολουθούν τον Παναθηναϊκό ξέρουν πως για τον Ομπράντοβιτς ένας αγώνας μπάσκετ είναι 40 λεπτά ασταμάτητων μπινελικιών: στο βοηθό του, Ιτούδη, στους παίκτες του (για τις βλακείες που κάνουν), στους παγκίτες (για τις βλακείες που κάνουν οι βασικοί), στους διαιτητές, στη γραμματεία. Ο άνθρωπος προφανέστατα θέλει τα πάντα να είναι τέλεια, άσχετα από τον αντίπαλο, την περίσταση και το αποτέλεσμα. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για αυτό, όπως και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για τα συναισθήματα που βγάζει, σε αντίθεση, ας πούμε, με το sangfroid του Μεσίνα. Αντιθέτως, θέλουμε οι ήρωες μας, όπως και οι θεοί μας παλαιότερα, να μας μοιάζουν και επομένως αφήνουμε τους ατσαλάκωτους, φλεγματικούς μιλόρδους, στους βορειότερους λαούς.

Για όλα τα παραπάνω, και τις μεγάλες στιγμές που θα μας χαρίσει στο μέλλον, δηλώνω ανερυρθρίαστα πως ο κόουτς το έχει κουράσει με τις αντιδράσεις του για τη διαιτησία του κυριακάτικου ματς. Εγώ θα δεχτώ πως οι διαιτητές έβλεπαν με μπλε και κόκκινα γυαλιά (για να θυμηθούμε και τα 80s). Θα δεχτώ ακόμα πως σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ο Πορτέλα (η μορφάρα που έκανε την απονομή, πρόεδρος της ULEB), ο Βασιλακόπουλος, οι Αγγελόπουλοι και δεν ξέρω και εγώ ποιος άλλος, αποφάσισαν πως το κύπελλο έπρεπε, πάση θυσία, να επιστρέψει στη Μόσχα. Εσύ κ. Ομπράντοβιτς, όμως, δεν έπαιζες μόνο για τον έβδομο τίτλο σου - απλησίαστο ρεκόρ. Έπαιζες για την υστεροφημία σου, για τη θέση σου στην ιστορία, για το δικαίωμα σου, σε μια εποχή ισοπεδωτική, να συγκαταλέγεσαι σε μία εκλεκτή μειοψηφία που ξεχωρίζει για τους σωστούς λόγους. Δηλαδή τι κατάλαβες τώρα με όλες αυτές τις δηλώσεις για «τα περίεργα πράγματα που έγιναν» και για το ότι «πρέπει να ξαναδείς το βίντεο»;

Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού (και δεν αναφέρομαι στο μπάσκετ). Οι κακοί συνωμοτούν εναντίον σου, αλλά εσύ στο τέλος καταφέρνεις να τους νικήσεις, ή, ακόμα καλύτερα, πέφτεις ηρωικά μαχόμενος. Αν οι κακοί δεν είναι αρκετά κακοί, ή αν δεν χρησιμοποιήσουν ό,τι μπαγαποντιά μπορούν για να σε κάνουν να λυγίσεις η ιστορία δε τσουλάει. Όταν σε 30 χρόνια οι παππούδες θα διηγούνται στα εγγονάκια τους για την Euroleague του 2009 τι θέλεις να λένε: Ήταν πολύ ευχάριστο το κλίμα και όλοι βοήθησαν τον καλό Παναθηναϊκό να νικήσει; Ή, μήπως, οι διαιτητές ήταν πονηροί και ο αγαθός Τζέλικο έστειλε κατόπιν γράμμα στην ULEB για να διαμαρτυρηθεί; Φαντάζεστε το Λεωνίδα να στέλνει διάβημα στους Πέρσες γιατί πήγαν να περάσουν τα στενά πούστικα;

Πάντως επειδή στην ισοπεδωτική κοινωνία που προανέφερα ο κάθε σταθάκος αρθρογράφος μπορεί ανενδοίαστα να λέει ιερόσυλα ό,τι του κατέβει θα κλείσω με την υποψία πως αυτή η γκρίνια (με τους διαιτητές, μεταξύ άλλων) όχι μόνο δε μειώνει τα κατορθώματα και το μεγαλείο του Τζέλικο, αλλά αντιθέτως είναι συστατικό στοιχείο της τεράστιας (χωρίς υποψία ειρωνείας) προσωπικότητάς του. Γιατί πώς να το κάνουμε, ρε παιδάκι μου, για να ανέβεις τόσο ψηλότερα από όλους τους άλλους πρέπει να είσαι διαφορετικός. Πείτε το ιδιοφυία, πείτε το τρέλα, πείτε το τελειοθηρία, πείτε το νεύρωση. Ο Καζαντζάκης με το Σικελιανό είχαν μαλώσει και δε μιλιόντουσαν, λέει, για ένα μπρίκι. Πριν τον Ομπράντοβιτς, ο τελευταίος άνθρωπος στην Ελλάδα που έγινε διάσημος επειδή ταπείνωσε έναν Έκτορα είχε προηγουμένως περάσει εννιά χρόνια στη σκηνή του, κρατώντας μούτρα γιατί του έκλεψαν μια γκόμενα.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μεγάλοι και μερικοί γεννιούνται για να γράφουν σε μπλογκ.

Tuesday, May 5, 2009

Διπλωματούχος Στάθης

Εκπομπή Γιώργου Γεωργίου προχθές το βράδυ. Παίρνει αγανακτισμένος φίλαθλος και αρχίζει να του τα χώνει επειδή έχει αναλάβει το ρόλο του κριτή των πάντων και «ποιος είσαι εσύ που νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα;» Τα γνωστά. Στο τέλος ο ακροατής ρίχνει και το coup de grace: “Στο κάτω κάτω εσύ ούτε καν έχεις σπουδάσει το αντικείμενό σου.»

Οι πιστοί φίλοι του «Καφενείου των Φιλάθλων» ξέρουν πως πρόκειται για κορυφαίο φυτώριο συνωμοσιολογίας και σταθιάς: «Γιωργάρα, είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που χάνει η Βαλένσια στο Μεστάγια φέρνει ισοπαλία και ο Απόλλωνας στη Ριζούπολη;» Ο εν λόγω ακροατής, (δε συγκράτησα τα στοιχεία του, θυμάμαι μόνο ότι δήλωσε Ολυμπιακός) πάντως, αποκάλυψε ένα χαρακτηριστικό νεοελληνικό φετίχ, αυτό της ανώτερης μόρφωσης.

Δεν αναφέρομαι μόνο στα υψηλά ποσοστά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στη σημασία που δίνει η ελληνική οικογένεια στην ακαδημαϊκή επιτυχία των νεαρών μελών της και στην τεράστια εξαγωγή φοιτητών σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν είναι παράλογο το πόσο αγαπούν τη γνώση οι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. (Πάρτε την πρόταση αυτή με όση δόση ειρωνείας θέλετε).

Περισσότερο ενδιαφέρουσα βρίσκω αυτή την ιδέα πως η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της (από το ποδόσφαιρο μέχρι τη δημόσια διοίκηση) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης και έρευνας. Και πως ο ρόλος του πανεπιστημίου είναι να μεταδώσει τους καρπούς αυτής της γνώσης στους φοιτητές του. «Έχω σπουδάσει», στην Ελλάδα σημαίνει «έχω μάθει, ακριβώς, πώς πρέπει να γίνονται ορισμένα πράγματα».

Αυτό που θέλω να πω γίνεται καλύτερα αντιληπτό αν αντιπαραβάλουμε την αγγλοσαξωνική αντίληψη της ανώτερης παιδείας. Στην Αγγλία και την Αμερική κανείς δεν πάει στα πανεπιστήμια για να πάρει συγκεκριμένες πληροφορίες ή δεξιότητες. Πηγαίνει, κυρίως, για να καλύψει τρία ή τέσσερα χρόνια μέχρι να μπει στην αγορά εργασίας.

Φανταστείτε ένα καλοκαίρι να τέλειωνες το σχολείο και τον ίδιο Σεπτέμβριο να έπιανες δουλειά ως αναλυτής μετοχών στη (συγχωρεμένη) Lehman Brothers. Το θέμα δεν είναι, όπως νομίζουμε στην Ελλάδα, ότι απαιτείται ενδιάμεσα να πας στο πανεπιστήμιο, για να μάθεις πώς να αναλύεις μετοχές. Είναι πολύ πιο πρακτικό:

Είσαι 18 χρονών. Μόλις έχεις τελειώσει 12 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (σχολείο). Σε περιμένουν άλλα 35 χρόνια φρικτής βαρεμάρας (δουλειά). Αντί να το πας σερί 47 χρόνια σκλαβιά και φυλακή η κοινωνία σου δίνει, μέσα από το πανεπιστήμιο, το δικαίωμα για ένα διάλειμμα με σεξ/ναρκωτικά/ροκ αντ ρολ (ή ζάπινγκ/ηλεκτρονικά/καφέ-τσιγάρο, το ίδιο είναι). Αυτό το διάλειμμα θα σε βοηθήσει να ξεσαλώσεις πριν περάσεις στο επόμενο και πιο μακροχρόνιο στάδιο καταναγκασμού που σε περιμένει. Ουσιαστικά είναι ένα δώρο που κάνει το σύστημα στα πλουσιότερα και ικανότερα μέλη του.

Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούν από το ένα στάδιο στο άλλο χωρίς το μπόνους του μπρέηκ και τα καταφέρνουν εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, με αυτούς που έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Το μειονέκτημα του Μπιλ Γκέητς δεν είναι ότι έχασε το υπερμάθημα «Πώς να ξεκινήσετε την επιχείρησή σας» από το νομπελίστα-καθηγητή τάδε στο Χάρβαρντ. Αν έχει κάποιο πρόβλημα αυτό είναι ότι ποτέ δεν ένοιωσε την κωλοβάρα του κυριακάτικου ξυπνήματος ανάμεσα σε μια στίβα άπλυτα ρούχα: να έχεις πιει τα πόδια σου, στα 19 δεν καταλαβαίνεις από hangover και τέτοια, και το μόνο ερώτημα που να σε απασχολεί είναι αν θα πας στο McDonald’s ή στο Burger King για πρωινό. Αν αρχίσεις να δουλεύεις αμέσως μετά το σχολείο πότε θα σου δωθεί η ευκαιρία να παίξεις μπάσκετ με κέρματα στον κουβά του κήπου;

Αυτή η στρεβλή εικόνα του ρόλου του πανεπιστημίου στην Ελλάδα αντικατοπτρίζεται και στους Έλληνες ακαδημαϊκούς. Ο καθηγητής πανεπιστημίου, στο δυτικό κόσμο, είναι ιερή μορφή, ο τρελός του χωριού. Ζει απομονωμένος με τα βιβλία του γιατί, παρά την ευφυία του, δεν την πολυπαλεύει την καθημερινότητα. Ξεχνάει να πλυθεί, να ξυριστεί, να φορέσει ασορτί κάλτσες. Αλλά αρχίζει να σου μιλάει για το πώς πολλές από τις ιδέες του Tractatus του Wittgenstein απαντούν στους προσωκρατικούς (έχει ανοιχτά μπροστά του τα αντίστοιχα βιβλία, στο πρωτότυπο σε ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά) και, παρότι είσαι πεπεισμένος πως το άτομο είναι βαθειά χωμένο στην ντρόγκα, ξαφνικά ανακαλύπτεις τη γοητεία μιας ζωής σπαταλημένης στο κυνήγι της άχρηστης γνώσης. Συγκρίνετε τώρα με τον αντίστοιχο μάγκα, άκου-με-εμένα-που-ξέρω Έλληνα που εκτός από καθηγητής είναι και σύμβουλος σε επιχειρήσεις, έχει βλέψεις για πολιτική καριέρα και μπορεί να είναι και πρόεδρος σε καμιά ομάδα Β’ Εθνικής.

Ο Γιώργος Γεωργίου, αφού απάντησε (το αυτονόητο;) πως δεν υπάρχει πανεπιστήμιο που να διδάσκει μπάλα, αναγκάστηκε να ομολογήσει πως έχει τελειώσει κοινωνιολογία στο Πάντειο. Φαντάζομαι το curriculum εκεί δεν περιελάμβανε το 4-3-3 και το τεχνητό οφσάιντ. Όπως είμαι βέβαιος ότι ο Γιώργος Μητσικώστας δεν έμαθε στην ΑΣΟΕ πώς να μιμείται (το Γεωργίου, μεταξύ άλλων), ότι ο Μικ Τζάγκερ δε διδάχτηκε ροκ ακόρντα στο LSE και πως ο Μr Bean θα είχε γίνει καραγκιόζης και χωρίς να πάει στην Οξφόρδη (αν και πολλοί θα υποστήριζαν πως ο Rowan Atkinson δεν θα είχε γίνει ποτέ Εdmund Blackadder).

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πάντως, ο Μπιλ Γκέητς, στον ενάμιση χρόνο που σπούδασε, μάλλον θα πήρε μια καλή ιδέα για το τι σημαίνει φοιτητική ζωή. Ίσως, εν τέλει, η μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του να είναι μια αέναη προσπάθεια να ξεπεράσει τα τραύματα από τις εξευτελιστικές ήττες στο μπασκετάκι με κέρματα στον κουβά του κήπου.